Μακροβούτι στην ευτυχία

φωτογράφηση γάμου ψυχικόΗ Δέσποινα και ο Δημήτρης πέρυσι το καλοκαίρι έκαναν διακοπές στην Κορώνη. Εκεί, σε μια μοναχική παραλία έκαναν, όπως συνηθίζουν, υποβρύχια εξερεύνηση με μάσκες και βατραχοπέδιλα. Τότε ο Δημήτρης, όπως είχε σχεδιάσει, έβγαλε το κουτί με το μονόπετρο που είχε κρύψει στην τσέπη του μαγιό του και το έριξε στον βυθό. Η Δέσποινα βούτηξε να το βγάλει, το άνοιξε και τι να δει; Το δαχτυλίδι των αρραβώνων! Η έκφραση του Δημήτρη ήταν σαν να τη ρωτούσε αν θα ήθελε να γίνει γυναίκα του. Δέχτηκε, αλλά του ζήτησε να βγουν γρήγορα από τη θάλασσα, προτού λιποθυμήσει από τη συγκίνηση. Από τη στιγμή εκείνη άρχισαν τα σχέδια για τον γάμο τους.

O Δημήτρης, 34 χρόνων, είναι ιδιωτικός υπάλληλος – γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Τρίπολη. H Δέσποινα, επίσης 34, είναι βοηθός μικροβιολόγου με ρίζες από τα Χανιά, αλλά γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Η ιστορία τους άρχισε πριν από πέντε χρόνια όταν η Δέσποινα πήγε με μια φίλη της για ένα Σαββατοκύριακο στην Τρίπολη.

Στο διπλανό τραπέζι σε μια καφετέρια καθόταν ο Δημήτρης με τους φίλους του. Αυτή ήταν η πρώτη τους οπτική επαφή. Η Δέσποινα επέστρεψε στην Αθήνα, αλλά ο Δημήτρης έβαλε στόχο πως θα ξαναδεί το γλυκό χαμόγελο της κοπέλας που του σκλάβωσε την καρδιά. Οποιος ψάχνει, πάντα βρίσκει και έτσι σύντομα έμαθε το τηλέφωνό της και δεν δίστασε να της στείλει ένα ρομαντικό μήνυμα. Εκείνη ανταποκρίθηκε θετικά και ακολούθησαν μηνύματα και τηλεφωνήματα, μέσα από τα οποία ο ένας προσπαθούσε να πλησιάσει και να ανακαλύψει τον άλλον. Ημέρα με την ημέρα, η επιθυμία να βρεθούν μαζί ολοένα και μεγάλωνε και οι δύο ένιωθαν κάτι δυνατό να γεννιέται ανάμεσά τους. Από τα κοινά τους στοιχεία αλλά και από τις διαφορές τους κατάλαβαν ότι ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον.

next day shooting θάλασσα    next day shooting στη θάλασσα    φωτογράφηση στην εκκλησία

 

 

Το πρώτο τους ραντεβού έγινε στο ρομαντικό Ναύπλιο λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 2009, μια καθημερινή μετά τη δουλειά. Η Δέσποινα έφθασε από την Αθήνα και ο Δημήτρης από την Τρίπολη. Μία ολόκληρη ώρα την έστησε στο λιμάνι της πόλης, θυμάται η Δέσποινα. Βόλτες στα γραφικά σοκάκια, αμηχανία στην αρχή και μετά μια ευφορία που τους έκανε να χάσουν την αίσθηση του χρόνου, αφού όταν επιτέλους πήγαν σε κάποιο μπαρ για ποτό, ετοιμαζόταν να κλείσει.

Οι δυο τους όμως ζούσαν ήδη στον δικό τους υπέροχο κόσμο! Διστακτικά, μπήκαν στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Είχε αρχίσει να ξημερώνει και θα πήγαιναν κατευθείαν στις δουλειές τους. Στο αυτοκίνητο έπαιζε το τραγούδι του Μιχάλη Χατζηγιάννη «Να μείνεις εδώ». Τρεις φορές το άκουσαν μέχρι που ήρθε το πρώτο τους φιλί.

Μια σχέση δυνατή αλλά και γεμάτη δυσκολίες λόγω της απόστασης, η οποία κράτησε για έναν ολόκληρο χρόνο. Ο Δημήτρης πήγαινε για μότοκρος κάθε Σάββατο, οπότε οι Κυριακές ήταν οι ημέρες για τις συναντήσεις τους. Στη συνέχεια οι Κυριακές έγιναν Σαββατοκύριακα και αργότερα τριήμερα, αλλά ακόμα και αυτός ο χρόνος που μοιράζονταν δεν ήταν αρκετός. Ετσι, εκείνος πήρε τη μεγάλη απόφαση να μετακομίσει στην Αθήνα και να ξεκινήσει μια καινούργια ζωή μαζί με τη Δέσποινα.

φωτογράφηση μετά το γάμο«Είναι ρομαντική, ευαίσθητη, καλή μαγείρισσα και ενθουσιάζεται με τα πιο απλά πράγματα. Είναι πολύ οργανωτική και αυτό είναι και το σημείο διαμάχης μεταξύ μας», λέει ο Δημήτρης. Εκείνος είναι παραδοσιακός άνδρας, τρυφερός, με πολύ χιούμορ, έχει άποψη για τους πάντες και τα πάντα «και αυτό δεν είναι πάντα καλό», λέει η Δέσποινα.

Η πρώτη πρόβα νυφικού έγινε στην εκπομπή της Ελένης Μενεγάκη, αφού η Δέσποινα επιλέχθηκε σε διαγωνισμό για νυφικό χτένισμα. Φίλοι, συγγενείς και γνωστοί παρακολούθησαν την εκπομπή και την είδαν νυφούλα πριν από τον γάμο. Εκτός βέβαια από τον γαμπρό, τον παραδοσιακό άνδρα, που τηρεί τα έθιμα και δεν ήθελε με τίποτα να το γρουσουζέψει.

Το εικαστικό στοιχείο του γάμου τους ήταν η ελιά. Από τον στολισμό της εκκλησίας και της δεξίωσης, μέχρι τα προσκλητήρια που είχαν επίσης σχέδιο ελιάς, αλλά και μια μαντινάδα που είχε γράψει ο αδελφός της Δέσποινας, ο Κώστας. Οι μπομπονιέρες, φτιαγμένες στο Ρέθυμνο με λευκό και λαδί τούλι, ήταν διακοσμημένες με χρυσό μεταλλικό κλαδί ελιάς. Από το Ρέθυμνο ήταν και τα χάρτινα χωνάκια ρυζιού με αρωματικούς σπόρους λεβάντας και τυπωμένα επάνω τα ονόματα του ζευγαριού. Ως λάτρης της φωτογραφίας, το πρώτο μέλημα της Δέσποινας ήταν να κλείσει τον φωτογράφο. Η πρώτη της επιλογή για τη φωτογράφηση γάμου ήταν ο Πάνος Ρεκουνιώτης.

Η μητέρα του Δημήτρη καθώς και η θεία του η Γεωργία έφτιαξαν γλυκίσματα από καρύδα με μυστική συνταγή, που μαζί με τις μπομπονιέρες και τις δίπλες μοίρασαν οι πρώτες τους εξαδέλφες, Λιλίκα και Νατάσα. Κουμπάρες ήταν οι δύο καλές φίλες της νύφης, η Βάγια και η Θεανώ.

Την ημέρα του γάμου ήταν και οι δύο πολύ χαλαροί χωρίς άγχος, τόσο που ο Δημήτρης ξέχασε να προσφέρει την ανθοδέσμη στη Δέσποινα. Ακόμα και ο ιερέας που γνώριζε τον γαμπρό, θέλοντας να τον πειράξει, του έδωσε να πιει ολόκληρο το ποτήρι κρασί, μονοκοπανιά. Απρόοπτα είχε και η Δέσποινα αφού σκάλωσαν τα στέφανα στα μαλλιά της, με αποτέλεσμα ο ιερέας να χάσει τα λόγια του και να «ροκανίζει τον χρόνο» χαμογελώντας μέχρι που η κουμπάρα της, η Θεανώ, κατάφερε να τα ξεμπλέξει.

Σε όλη τη διάρκεια του μυστηρίου κοίταζε ο ένας τον άλλον έχοντας στο μυαλό τους πως το κοινό τους όνειρο, αν και φάνταζε δύσκολο, τελικά πραγματοποιήθηκε. Ακολούθησε δεξίωση με 150 άτομα, όπου ο χορός και το κέφι κράτησαν μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες. Το ζευγάρι απτόητο και χωρίς να έχει κοιμηθεί ούτε λεπτό έφυγε το ίδιο πρωινό για το ταξίδι του μέλιτος στη ρομαντική Ρώμη.